Στις μέρες μας, τα μισά των νέων ζευγαριών, παρουσιάζουν κάποιο είδος υπογονιμότητας. Μια τέτοια δύσκολη περίπτωση, αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τον άντρα και αλλιώς από τη γυναίκα. Επίσης, διαφέρει ο βαθμός του προβλήματος.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, τα προβλήματα αυξήθηκαν κατά 50% και όλο και πιο νέοι άνθρωποι, αντιμετωπίζουν ζητήματα στο να γίνουν γονείς.
Ένα στα έξι ζευγάρια, έχει κάποιο θέμα και προστρέχει σε θεραπείες. Το 70% αυτών, θα τα καταφέρει και θα κρατήσει στα χέρια του ένα μωρό.
Το πρόβλημα της υπογονιμότητας, αν και καθαρά ιατρικό, έχει και πολλές ψυχολογικές παραμέτρους, που έχουν να κάνουν με την υπαρξιακή πλευρά του ζητήματος και την διάθεση των ατόμων να το παλέψουν.
Η υπογονιμότητα, είναι πιο ακανθώδες θέμα για την γυναίκα. Ενέχει πάντα το αίσθημα της απώλειας. Η συναισθηματική αντίδραση, δεν είναι πάντα προβλέψιμη.
Οι αντιδράσεις, παρουσιάζουν μεγάλη κλίμακα και δεν έχουν να κάνουν με τη μόρφωση ή τον τόπο διαμονής του ατόμου, αλλά με το ψυχολογικό του υπόβαθρο.
Συνήθως, βιώνεται μετά από μια αποτυχημένη εξωσωματική προσπάθεια, ή μετά από ένα μήνα γόνιμων προσπαθειών, όταν τελικά έρθει η περίοδος στην γυναίκα, μια ελαφρά απογοήτευση, αλλά μπορεί να είναι και πιο σοβαρή, όπως μια κατάθλιψη ή οργή ή απόγνωση.
Εξαρτάται από το νόημα που αποδίδει στο πρόβλημα, ο άνθρωπος που το έχει. Αν δηλαδή αυτό το πρόβλημα, γίνεται το επίκεντρο της ζωής του, γεμίζοντάς τον άγχος και ψυχική κούραση.
Ρόλο παίζει επίσης, η ψυχική κατάσταση πριν την υπογονιμότητα και τι μέρισμα στην ψυχική υγεία του ατόμου, έπαιζε το κοινωνικό και φιλικό περιβάλλον.
Ερωτήσεις πότε θα κάνεις παιδί, και γιατί αργείς ή μήπως υπάρχει κάποιο πρόβλημα, δεν βοηθούν και δημιουργούν πιεστικό άγχος, που εκδηλώνεται με ποικίλες μορφές.
Συχνά το ζευγάρι που καταλήγει να κάνει θεραπεία υπογονιμότητας, βλέπει ότι είναι αρκετά επώδυνη και με αβέβαιο αποτέλεσμα. Η ψυχολογική υποστήριξη είναι αναγκαία.
Η θεραπεία της υπογονιμότητας, είναι απαιτητική, χρονοβόρα καμιά φορά, απαιτεί πολλές και εξαντλητικές εξετάσεις, επώδυνες διαδικασίες, που φέρνουν εκνευρισμό και αγωνία, εκτός του ότι το οικονομικό κόστος, δεν είναι αμελητέο.
Οι γυναίκες κυρίως, πολύ συχνά ταυτίζονται με τη μητέρα τους και το νεαρό ζευγάρι με τους γονείς τους και την εικόνα της τεκνοποίησης. Το μυαλό τους έχει σχηματίσει κάθε λεπτομέρεια και θεωρεί φυσικό το να φέρουν στη ζωή παιδιά, αυτονόητο δε, ότι όλα θα πάνε καλά.
Κανένας εκ των δυο δεν σκέφτεται δυσκολίες, αδυναμίες, αρρώστιες, αποβολές, ή δυσκολία στην σύλληψη.
Η θεραπεία της υπογονιμότητας, εμπεριέχει το αίσθημα της απώλειας, της αδυναμίας, της ανικανότητας. Το νέο άτομο, βλέπει να χάνει το όνειρο, για τη δημιουργία υγιούς οικογένειας.
Παράλληλα, αυτόματα χάνεται η εμπειρία της σύλληψης χωρίς ιατρική βοήθεια, άρα χάνεται η μαγεία.
Η κρίση, αρχίζει να βαθαίνει τόσο μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, όσο και μεταξύ του ζευγαριού. Αυτή την κρίση, μπορεί να διαχειριστεί η ψυχολογική στήριξη προς το ζευγάρι.
Τίποτα δεν είναι εύκολο, αλλά ο διάλογος μπορεί και απαλύνει κατά πολύ τις δύσκολες καταστάσεις.
Τότε εγείρονται εύκολα τα ερωτήματα, γιατί να συμβεί σε εμένα, τι έχω κάνει, πώς θα τα καταφέρω; Και άλλα τέτοια.
Υπάρχει το αίσθημα του κενού, συχνά μη διαχειρίσιμο, που καλύπτεται από φαντασιώσεις.
Συχνά παρουσιάζονται ζητήματα ταυτότητας, αίσθησης της θηλυκότητας ή του ανδρισμού, αντίστοιχα αν έχει το πρόβλημα ο άντρας ή η γυναίκα.
Τα προβλήματα ταυτότητας συνοδεύονται από ένα έντονο έλλειμμα αυτοεκτίμησης, που εδράζεται πάνω στην στρεσογόνα πραγματικότητα.
Η υπογονιμότητα, βιώνεται συχνά σαν τιμωρία. Είναι η απόδοση του νοήματος στην ανάκτηση του ελέγχου της κατάστασης.
Η σεξουαλικότητα, την ίδια στιγμή και ο ερωτισμός, καταβαραθρώνονται ιδιαίτερα αν υπάρχει ιστορικό διακοπής της κύησης, ή εγείρονται θέματα ομοφυλοφιλίας ακόμα και σαν εμπειρία ή φαντασιώσεις ή πολύ περισσότερο εξωσυζυγικές σχέσεις.
Η ερωτική ζωή, υποφέρει πρώτη απ’ όλες. Άλλα ζευγάρια, από μια τέτοια κατάσταση, έρχονται πιο κοντά, γίνονται πιο δυνατά και αποφασίζουν να παλέψουν. Άλλα όμως απομακρύνονται και παρουσιάζουν αρνητισμό. Αισθάνονται ότι δεν αξίζουν είτε να είναι μαζί, είτε να γίνουν γονείς.
Το μεγάλο πλήγμα είναι στην αυτοπεποίθηση ότι θα τα καταφέρουν και στην αυτοεκτίμηση ότι είναι πρόβλημα αντιμετωπίσιμο.
Όταν η υπογονιμότητα μπαίνει σε καλούπια και η προσπάθεια του ζευγαριού γίνεται κατευθυνόμενη, τότε η ερωτική ζωή, χάνει τον αυθορμητισμό της και γεμίζει αγχώδεις σκέψεις.
Από την άλλη, το ζευγάρι αισθάνεται ντροπή και ενοχές που δεν τα έχει καταφέρει ακόμα, απομονώνεται και λειτουργεί με κάθε μυστικότητα.
Βλέπει ότι δεν υποστηρίζεται από το οικογενειακό περιβάλλον, ούτε και το φιλικό. Έτσι, ανακυκλώνεται η ένταση. Σε αυτή τη φάση, είναι αναγκαία η συναισθηματική επικοινωνία.
Αν το πρόβλημα, είναι στο προβληματικό ή αδύναμο σπέρμα του άντρα, τότε κλονίζεται η σχέση και προκαλεί μεγαλύτερη θλίψη. Αποστασιοποιείται ή γίνεται ευερέθιστος και νοιώθει εσωτερική απόρριψη.
Το αίσθημα του πάθους χάνεται συχνά ανεπιστρεπτί.
Είναι αλήθεια, ότι η υπογονιμότητα δεν προκαλείται από τα ψυχολογικά αίτια. Ωστόσο πυροδοτείτε από αυτά.
Οι σκέψεις και η ασταθής προσωπικότητα, ευθύνονται για τη δυσκολία στη σύλληψη.
Το άγχος και η κατάθλιψη, επηρεάζουν την γενική κατάσταση του οργανισμού. Η υπογονιμότητα είναι ιατρικό πρόβλημα, που δεν έχει ψυχολογική εξήγηση. Έχει όμως ψυχολογικές επιπτώσεις όχι όμως ψυχολογικές αιτίες.
Οι ενοχές είναι πολλές, η ατεκνία χτυπάει το κόκκινο καμπανάκι και η απώλεια ελπίδας, δίνει το χαριστικό χτύπημα στη σχέση του ζευγαριού. Οι σχέσεις είναι πλέον τεταμένες.
Η ψυχολογική υποστήριξη εστιάζει και στα δύο άτομα που απαρτίζουν το ζευγάρι.
Το πρόβλημα χάνεται και επέρχεται η επιτυχία, όσο λιγότερη είναι η δυσφορία. Από αυτή τη δυσφορία σταματάνε οι γυναίκες τις προσπάθειες της τεκνοποιία και γεμίζουν αρνητικά συναισθήματα. Η μη αποδοχή του γεγονότος, προκαλεί διάφορα ψυχοσωματικά θέματα.
Η ανάρρωση μετά από θεραπεία υπογονιμότητας απαιτεί από 2 έως 3 χρόνια.
Όμως το πρόβλημα, γίνεται ταμπού και πολλά ζευγάρια καταφέρνουν να ξεφύγουν από τις αρνητικές σκέψεις και να συλλάβουν κατά την διάρκεια των διακοπών ή αφού υιοθετήσουν κάποιο παιδί.
Η αποτυχία μια εξωσωματικής, εκλαμβάνεται σαν ένα μικρό πένθος. Ο ψυχολογικός παράγοντας, επηρεάζει κατά πολύ την έκβαση της θεραπείας. Η ψυχολογική συνοχή στο ζευγάρι, είναι αναγκαία για να μην επιβαρυνθεί από τις απόψεις της κοινωνίας ή των συγγενών και φίλων. Η εσωστρέφεια δεν είναι λύση.


